CLICK HERE FOR BLOGGER TEMPLATES AND MYSPACE LAYOUTS »

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

"Είμαι κουρασμένος"

Θυμάμαι ένα δοκίμιο του Πέτερ Χάντκε για την κούραση: περάσαμε το μεγαλύτερο κομμάτι της νιότης μας κουρασμένοι. άυπνοι. κακοταισμένοι. όταν ήμασταν φοιτητές ρωτούσαμε, ξεψυχισμένοι, ο ένας τον άλλον: "Τι κάνεις?". απαντούσαμε: "Είμαι κουρασμένος. είμαι πτώμα." Καινούρια σχολική χρονιά. καινούρια χρονιά μετά από πολυήμερες διακοπές στα νησιά της άγονης γραμμής. Ελεύθερο κάμπινγκ στην Ανάφη, στην Αστυπάλαια, στη Γαύδο. διακοπές παρατεταμένης ταλαιπωρίας. καταδικασμένα καλοκαιρινά ρομάντζα. εγκαύματα. τσιμπήματα εντόμων. διατροφικά ατυχήματα. άσχημα μεθύσια από νησιώτικες μπόμπες, από τζιν και ουίσκι παρασκευασμένα στα περίχωρα του Αγρινίου. Έπειτα, φθινόπωρο. φοιτητηική υπερδραστηριότητα. μια εκδοχή της τεμπελιάς: καφέδες και το προαναφερθέν τάβλι (πόρτες, πλακωτό, φεύγα). Είχαμε ήδη κουραστεί από τις συνελεύσεις, τις διαδηλώσεις, τις ενεργητικές απεργείες των άλλων, όταν αρχίσαμε τις δικές μας. Δεν συμμετείχα. ή συμμετείχα απρόθυμα. το σώμα μου βρισκόταν εκεί, η ψυχή μου απουσίαζε. ένιωθα βαθιά κούραση. έκλεινα τ' αυτιά μου κάτω από τις ντουντούκες. στα αμφιθέατρα καθόμουν στο τελευταίο έδρανο ώστε να το σκάσω. Οι φοιτητές του Χημείου κάπνιζαν με πάθος άφιλτρα Καρέλια. μιλούσαν με το ίδιο πάθος. διαπληκτίζονταν. Καμιά φορά εμπλεκόμουν, από έλλειψη ευθυκρισίας, σε συζητήσεις χωρίς νόημα. [...] Μονολογούσα.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα μέσα στην Αριστερά, έβλεπα ό,τι οι άλλοι κοιτούσαν...

Εξάλλου, ήμουν κουρασμένη. δεν ήμουν τίποτ' άλλο. δεν έιχα καμία ταυτότητα. Οι φοιτητές εκλάμβαναν τους εαυτούς τους ως προλετάριους του πνεύματος, αλλά πνεύμα δεν υπήρχε, υπήρχαν μόνο παιδιά προλεταρίων, παιδιά αγροτών και κτηνοτρόφων. Ούτε απ' αυτά ήμουν: ζούσα μια μικρή ζωή, φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Αισθανόμουν το χρόνο να γλιστράει και να χάνεται για πάντα. με διακατείχε η επίμονη ιδέα της πτώσης, της αποσύνθεσης, της ναυτίας, όπως εκέινη του Αντουάν Ροκαντέν ενώ κοιτάζει το κοτόπουλο να παγώνει στο πιάτο του.

Life is very long: πολλοί το σκέφτονταν, χωρίς να ξέρουν ότι ο Τ.Σ.Έλιοτ μπήκε στον κόπο να το γράψει. Και παρόλο που ήμασταν μόνο είκοσι χρονών, υπήρχαν συνδικαλιστές (οι περισσότεροι από τους οποίους έγιναν κυβερνητικά στελέχη, γραφειοκράτες και επιχειρηματίες) που έδειχναν πάνω από σαράντα: διέθεταν ενδογενή σοβαρότητα. gravitas. υπευθυνότητα. μουστάκια σαν του Τσαπάγιεφ. πίστευαν ότι ήταν επιφορτισμένοι με κάποια ιερή αποστολή. άκουγαν σε ελληνοπρεπή ονόματα (πχ. Βαγγέλης, Μήτσος, Βλάσης). τα χαιδευτικά απαγορεύονταν ως ξενόφερτα και φλούφλικα. ΟΙ γυναίκες έμοιαζαν με μάνες. άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Σεπτέμβριος 1978: το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να περάσω τα μαθήματα, να μην κυρήξουμε απεργεία, να μην κηρύξουν οι καθηγητές λοκ-άουτ. Στην πραγματικότητα, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να αποφύγω τη βλακεία, σκύβοντας το κεφάλι μου κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. τη βλακεία που περιέγραφε ο Κούντερα στο "Αστείο", εκίνο το είδος της που κάνει τη ζωή επισφαλή και χωρίς νόημα. Το εγχείρημα παραήταν φιλόδοξο, και ήμουν ήδη κατάκοπη: "Περπάτα, μην τρέχεις", έλεγα στον εαυτό μου, "περπάτα, μην τρέχεις". και: "Σκύβε το κεφάλι, αλλά ποτέ μη γονατίζεις". "ζήσε χαμηλοφώνως μέχρι νεωτέρας". Έτσι, εξασκούσα την τέχνη της λούφας. την τέχνη του να μη γίνω πρόβατο. Γινόταν συχνά λόγος για πρόβατα και για το τι παθαίνει κανείς όταν απομακρύνεται από το μαντρί: πιθανώς εξαιτίας του παρελθόντος των τσοπάνηδων, του κτηνοτροφικού ελληνισμού. Μας απειλούσαν: Θα σε φάει ο λύκος. Έχω την αίσθηση ότι επέζησα πολιτικών εκκαθαρίσεων.

Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν "αιρετικό".

απόσπασμα από το 'Ο χρόνος πάλι' της Σώτης Τριανταφύλλου